επωτίδα
η, ουσ.

(ναυπ.) α) μεταλλική κατασκευή αποτελούμενη από ζεύγος πλαϊνών στηριγμάτων, κατάλληλη για την τοποθέτηση σωσιβίων λέμβων του πλοίου, με ενσωματωμένο μηχανισμό καθέλκυσης [ή καθαίρεσης] ή ανέλκυσής [ή ανακρέμασης] των, γνωστές και ως καπόνια [λαϊκότροπο], β) τύποι και μέρη επωτίδων: (φρ.) «επωτίδες βαρύτητας / προσαγωγής (στρεφόμενες) / κοινές / τομέα / άγκυρας / δεξαμενοπλοίων / ελεύθερης πτώσης / σχεδιών / διποδικές / Miranda / λέμβων», «ακτινωτή / καμπυλωτή / κυρτούμενη / μηχανική / περιστρεφόμενη», «βάση / κόρακας / ολκός / ολμειός / σύσπαστη / υποστάτης επωτίδας».
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπωτίδες < ἐπί + οὖς [= αυτί], γεν. ὠτός.
Επιρρήματα
[γραμμ.] η επωτίδα, της επωτίδας, την επωτίδα, επωτίδα, οι επωτίδες, των επωτίδων, τις επωτίδες, επωτίδες - η επωτίς, της επωτίδος, επωτίς, τας επωτίδας.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επωτίδα», σ. 305. https://navalhistory.gr/lexiko/επωτιδα/