εντορμία
η, ουσ. [πληθ. εντορμίες]

(ναυπ.) ειδικός τρόπος σύνδεσης δύο ή περισσότερων ξύλων κατά τον οποίο στη διαμορφωμένη κατάλληλα κοιλότητα του ενός εισάγεται η προεξοχή του άλλου, κοινώς: σκάτσα [= κοίλωμα, τόρμος, οπή].
Ετυμολογία
< εν- + [αρχ.] τόρμ(ος) [= κοίλωμα, υποδοχή].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εντορμία», σ. 273. https://navalhistory.gr/lexiko/εντορμια/