navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μίξοδος

μίξοδος

η, ουσ.

(ναυπ.)

  1. τρύπα στα ύφαλα του πλοίου από την οποία αντλείται νερό για την ψύξη των μηχανών ή για το πλύσιμο του καταστρώματος
  2. οι οπές των δεξαμενών για τη διαφυγή αερίων.

Ετυμολογία

< μιξ(ο)- [< αρχ. μίγνυμι / μείγνυμι = ανακατεύω, αναμειγνύω] + ὀδός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μίξοδος», σ. 529. https://navalhistory.gr/lexiko/μιξοδοσ/