παπαδιά
η, ουσ.

(ναυπ.) [ιδιωματικό] α) είδος μικρού βαρκαλά [δες λ.], ξύλινο αλιευτικό σκάφος με μήκος μικρότερο από 8 μ. και χαρακτηριστικό του γνώρισμα τον τάκο ή καθρέφτη ή άβακα στην πρύμνη [δηλ. κάθετη πρύμνη σε όλο το πλάτος της] και το ποδόσταμα της πλώρης, στα Δωδεκάνησα κατασκευάζουν έναν τύπο παπαδιάς που το ονομάζουν «γυαλάδικη βάρκα», β) το ποδόστημα [δες λ.] δηλ. το εξωτερικό ακροπρυμναίο τμήμα του πλοίου πάνω στο οποίο γράφονται τα στοιχεία του σκάφους, το όνομα, ο αριθμός νηολογίου του λιμένα αδειοδότησης, γ) το δοιάκι, ο μοχλός περιστροφής του πηδαλίου.
Ετυμολογία
< μτγν. παπαδία < παπάς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παπαδιά», σ. 627. https://navalhistory.gr/lexiko/παπαδια/