σπιράγιο
το, ουσ.
(ναυπ.) μικρή κατασκευή στο χώρου του καταστρώματος, συνήθως πάνω από το μηχανοστάσιο ή τα διαμερίσματα του πλοίου, το οποίο περιλαμβάνει φινιστρίνια με γυαλί ή άλλο διαφανές ή ημιδιαφανές υλικό και χρησιμεύει για τον φωτισμό και τον αερισμό των εσωτερικών χώρων του πλοίου, συνών. φωταγωγός.
Ετυμολογία
< βενετ. spiragio [= φεγγίτης, αναφωτίς].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σπιράγιο», σ. 778. https://navalhistory.gr/lexiko/σπιραγιο/