navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μονάρμενο

μονάρμενο

το, ουσ.

(ναυπ.) πλοίο με ένα μόνο πανί, συνών. μονοκάταρτο.

Ετυμολογία

< μόν(ος) + άρμενο [= το πανί].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μονάρμενο», σ. 532. https://navalhistory.gr/lexiko/μοναρμενο/