παγοθραυστικό
το, ουσ.

(ναυπ.) πλοίο ειδικά κατασκευασμένο για να ανοίγει διόδους σε θαλάσσιες περιοχές που καλύπτονται από στρώμα πάγου. κατασκευαστικά διακρίνονται τρεις τύποι σκαφών: α) εμπορικά, β) ερευνητικά, και γ) πολεμικά.
Ετυμολογία
< παγοθραύστ(ης) < πάγ(ος) -ο- + -θραύστ(ης), [καταλ.] -ικό(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παγοθραυστικό», σ. 621. https://navalhistory.gr/lexiko/παγοθραυστικο/