ζωνάρι
το, ουσ.
- (ενδυμ.) υφασμάτινη ή δερμάτινη λουρίδα που περιβάλλει τη μέση
- (μτφ.) το ουράνιο τόξο
- το μεταλλικό στεφάνι του βαρελιού
- (ναυπ.) περιμετρική λωρίδα από μαδέρι, πρόσθετη στο πλευρικό πέτσωμα, κάτω από το τρυπητό, στο ύψος του καταστρώματος, με σκοπό την προστασία του από επαφή με άλλο σκάφος, αλλιώς τσάπα αλλά και αστάρι, συνήθως βάφεται με διαφορετικό χρώμα από το πέτσωμα για να ξεχωρίζει.
Ετυμολογία
< μτγν. ζωνάριον < αρχ. ζώνη < ζώννυμι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζωνάρι», σσ. 330-331. https://navalhistory.gr/lexiko/ζωναρι/