navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λούρος

λούρος

ο, ουσ.

  1. δερμάτινο λουρί, ιμάντας
  2. μακρύ και ευλύγιστο ξύλο κατάλληλο για το ράβδισμα των δέντρων
  3. (ναυπ.) οριζόντιο μαδέρι, πριν την κουπαστή, που υποβαστάζει τα καμάρια και είναι καρφωμένο πάνω στους νομείς από το εσωτερικό του σκάφους, συνών. λώρος [δες λ.]
  4. (γεωγρ.) [ως κύρ. όν.] Λούρος, ποταμός της Ηπείρου.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λούρος», σ. 490. https://navalhistory.gr/lexiko/λουροσ/