λούρος
ο, ουσ.
- δερμάτινο λουρί, ιμάντας
- μακρύ και ευλύγιστο ξύλο κατάλληλο για το ράβδισμα των δέντρων
- (ναυπ.) οριζόντιο μαδέρι, πριν την κουπαστή, που υποβαστάζει τα καμάρια και είναι καρφωμένο πάνω στους νομείς από το εσωτερικό του σκάφους, συνών. λώρος [δες λ.]
- (γεωγρ.) [ως κύρ. όν.] Λούρος, ποταμός της Ηπείρου.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λούρος», σ. 490. https://navalhistory.gr/lexiko/λουροσ/