αστάρι
το, ουσ.
- (ενδυμ.) φόδρα
- (χημ.) βασικό στρώμα πριν από την κυρίως βαφή ξύλινων ή μεταλλικών επιφανειών, (φρ.) «ακρυλικό / εποξειδικό / σιλοξανικό μονωτικό / υδατοδιαλυτό αστάρι»,
- (ναυπ.) σανίδα που η μία άκρη της βρίσκεται στην κουπαστή και η άλλη καταλήγει στο κατάστρωμα για να καλύπτει την εξωτερική επιφάνεια του παραπέτου, γνωστό και ως τσάπα ή ζωνάρι ή τιρίζι ή μπούρδος.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < τουρκ. astar ή istar < (ίσως) από το αρχ. ἱστάριον,
Παράγωγα
υποκ. του ἱστός. (α)σταρώνω, (α)στάρωμα, (α)στάρωτος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αστάρι», σ. 124. https://navalhistory.gr/lexiko/ασταρι/