navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πετρελαιοφόρο

πετρελαιοφόρο

το, ουσ.

πετρελαιοφόρο, εικόνα από το έντυπο

(ναυπ.) πλοίο ειδικά κατασκευασμένο και εξοπλισμένο για τη μεταφορά πετρελαίου, συνών. δεξαμενόπλοιο, τάνκερ, (λαϊκ.) γκαζάδικο.

Ετυμολογία

< πετρέλαιο + -φόρος < φέρω, μτφρδ. από την γαλλ. pétrolier.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πετρελαιοφόρο», σ. 659. https://navalhistory.gr/lexiko/πετρελαιοφορο/