navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λώρος

λώρος

ο, ουσ.

  1. (ενδυμ.) ταινία, λουρί, λουρίδα
  2. (ιστορ.) κεφαλόδεσμος βυζαντινών αυτοκρατόρων
  3. (ναυπ.) [πληθ.] χαλύβδινα δοκάρια ή ελάσματα, τα οποία τοποθετούνται παράλληλα με τις σταθμίδες, σε όλο το μήκος και ύψος των πλευρών του σκάφους και κάθετα πάντοτε προς τους νομείς, για να ενισχύσουν την αντοχή των πλάγιων λαμαρινών, συνών. λούρος, (φρ.) «λώρος διαφράγματος / καταστρώματος / κύτους / υδροσυλλέκτη / πλευρικός»,
  4. (ιατρ.) (ανατ.) στέλεχος μακρύ που συνδέει το έμβρυο με τον πλακούντα, (φρ.) «ομφάλιος λώρος».

Ετυμολογία

< μτγν. λῶρος < λατιν. lorum [= ιμάντας, ραβδί]. Μ

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λώρος», σσ. 492-493. https://navalhistory.gr/lexiko/λωροσ/