μεσόζυγο
το, ουσ.
(ναυπ.) λεπτή ξύλινη δοκός που ενώνει δύο συνεχόμενες εγκάρσιες δοκούς φτάνοντας από τη μία πλευρά στην άλλη του καραβιού για τη στήριξη του καταστρώματος, η διαδοκίδα, αλλιώς: μπικεριά, μεσόδμη, μετζοκάμαρο.
Ετυμολογία
< μέσο(ς) + ζυγός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μεσόζυγο», σ. 515. https://navalhistory.gr/lexiko/μεσοζυγο/