ασός
ο, άκλ. ουσ.
(ναυπ.) λούκι στο πάνω μέρος της καρένας στο οποίο καταλήγουν τα πρώτα μαδέρια ή οι σανίδες του πετσώματος στο σκάφος.
Ετυμολογία
< αγνώστου ετύμου.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ασός», σ. 124. https://navalhistory.gr/lexiko/ασοσ/