navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μαλαχτάρι

μαλαχτάρι

το, ουσ.

(εργαλ.) α) οικοδομικό εργαλείο με το οποίο μαλάσσεται ο πηλός, β) ζυμωτική μηχανή, ο μαλακτήρας, γ) (ναυπ.) βούρτσα με στειλιάρι μήκους ενός μέτρου, στην άκρη του οποίου έδεναν δέρμα νεαρού αρνιού για τη μάλαξη – επεξεργασία της πίσσας.

Ετυμολογία

< μαλακτάρι < θ. μαλακ- του ρ. μαλάσσω + [κατάλ.[ -τάρι.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαλαχτάρι», σ. 499. https://navalhistory.gr/lexiko/μαλαχταρι/