χελάνδιο(ν)
το, ουσ.
(ναυπ.) βυζαντινός τύπος πλοιαρίου με πολεμική και μεταφορική ικανότητα, παραλλαγή του δρόμωνα, με δύο σειρές κουπιών σε κάθε πλευρά, καθώς και έναν ή δύο ιστούς με τετράγωνα πανιά, εξοπλισμένο με σίφωνες, (φρ.) δύο μεγέθη σκαφών: το «πάμφυλον χελάνδιον», με πλήρωμα 120 έως 160 ανδρών, και το «ουσιακόν χελάνδιον», με πλήρωμα περίπου 110 ανδρών.
Ετυμολογία
<
ή αραβ. shalandī, ή
ή (αντιδάνειο) < μσν. χελάνδιον < λατιν. chelandium < αρχ. κέλης [= πολεμικό άλογο] και το αρχ. ρ. ἀντάω, -ῶ [= 1. έρχομαι απέναντι σε κάποιον, 2. συγκρούομαι με κάποιον].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χελάνδιο(ν)», σ. 915. https://navalhistory.gr/lexiko/χελανδιον/