βάζι
το, ουσ. [πληθ. βάζια] και βάζα, τα

(ναυπ.) μεγάλα και βαριά ξύλινα δοκάρια, συνήθως δύο, που ενισχύονται και προστατεύονται από σιδερένιες πλάκες, πάνω στα οποία ακουμπά η καρίνα σε όλο της το μήκος, για να ανέλκονται και καθέλκονται πλοία, συνών. ολκός/-οί.
Ετυμολογία
< βενετ. vasi.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βάζι», σσ. 141-142. https://navalhistory.gr/lexiko/βαζι/