λεβητοστάσιο
το, ουσ.
- χώρος εγκατάστασης λέβητα σε εργοστάσιο, πλοίο, κατοικία κ.λπ. συνών. στόκολο
- (ναυπ.) ανάλογα το μέγεθος του πλοίου και το είδος των μηχανών του που έχουμε σε λειτουργία: α) ο χώρος του μηχανοστασίου, για μηχανές εσωτερικής καύσης και με εγκατάσταση του λέβητα, λέγεται «μηχανολεβητοστάσιο», και β) όταν η κίνηση του στηρίζεται σε τουρμπίνες, απαιτούνται περισσότεροι λέβητες που είναι εγκατεστημένοι σε αυτόνομο χώρο κοντά στο μηχανοστάσιο.
Ετυμολογία
< αρχ. λέβης [= καζάνι] αιτ. -ητα. + -στάσιο < αρχ. ἵσταμαι.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λεβητοστάσιο», σ. 478. https://navalhistory.gr/lexiko/λεβητοστασιο/