ακακία
η, ουσ.
- (φυτολ.) δέντρο ή θάμνος, αειθαλές ή φυλλοβόλο, ανθεκτικό στην ξηρασία και σε χαμηλές θερμοκρασίες, εκκρίνει το «αραβικό κόμμι», γνωστό και ως «κόμμι ακακίας», πολύτιμο στην βιομηχανία τροφίμων, καλλυντικών, χρωμάτων, φαρμάκων, βυρσοδεψίας, κλωστοϋφαντουργίας κ.λπ.
- (ναυπ.) το ξύλο του δέντρου χρήσιμο στη ναυπηγοξυλουργική του παρελθόντος, χαρακτηριστικά του στοιχεία: σκληρό και ανθεκτικό, δύσκολο στην κατεργασία του, πολύ καλή συμπεριφορά στην καμπύλωση, χρήσιμο για πετσώματα, διαμήκεις ενισχύσεις του σκάφους.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀκακία < ίσως ανατολικής προέλευσης. «Τὰ δὲ δὴ πλοῖά σφι τοῖσι φορτηγέουσι ἐστὶ ἐκ τῆς ἀκάνθης ποιεύμενα, τῆς ἡ μορφὴ μέν ἐστι ὁμοιοτάτη τῷ Κυρηναίῳ λωτῷ, τὸ δὲ δάκρυον κόμμι ἐστί· ἐκ ταύτης ὦν τῆς ἀκάνθης κοψάμενοι ξύλα ὅσον τε διπήχεα πλινθηδὸν συντιθεῖσι, ναυπηγεόμενοι τρόπον τοιόνδε·».
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακακία», σ. 55. https://navalhistory.gr/lexiko/ακακια/