παράθριος
ο, ουσ.
(ναυπ.) είδος πανιού ιστιοφόρου σκάφους, συνών. σεραμπούνια [δες λ.].
Ετυμολογία
< παρά + -θριός < αρχ. θρῖον [= φύλλο συκιάς].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παράθριος», σ. 629. https://navalhistory.gr/lexiko/παραθριοσ/