δοράτιο
το, ουσ.
- [υποκ.] μικρό δόρι
- (ναυπ.) α) ξύλο κατάλληλο για κατάρτι, σφηκίσκος, β) δοκός που αναπτύσσεται στα άκρα των αντένων, για τη στήριξη των παριστίων (κουρτελατσών), γ) αλλιώς: μπαστούνι.
Ετυμολογία
< αρχ. δοράτιον, υποκορ. του δόρατος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δοράτιο», σ. 233. https://navalhistory.gr/lexiko/δορατιο/