ώσμωση
η, ουσ.
- το πέρασμα μίας ουσίας διαμέσου κάποιας ημιπερατής μεμβράνης που χωρίζει ένα διάλυμα από ένα καθαρό διαλύτη, συνών. διαπίδυση, (φρ.) «αντίστροφη ώσμωση», διαδικασία καθαρισμού του νερού
- (ναυπ.) φθοροποιό φαινόμενο σε πολυεστερικά σκάφη
- (μτφ.) α) η αλληλεπίδραση, η διάχυση στοιχείων μέσα σε άλλα, β) η απόλυτη συμφωνία και συνεργασία προσώπων.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < αγγλ. osmosis < γαλλ. osmose < αρχ. ὠσμός [= σπρώξιμο, ώθηση] + [καταλ.] -σις > -ση.
Παράγωγα
ωσμωτικός.
Από τον Τύπο
Πρόκειται για το λεγόμενο «σάπισμα» του πολυεστερικού κατασκευάσματος ενός σκάφος. Όταν δύο υγρά με διαφορετική πυκνότητα διαχωρίζονται από ημι-διαπερατή μεμβράνη, το ένα υγρό θα διεισδύσει στη μεμβράνη, προσπαθώντας να ισοσταθμίσει τη διαφορά στην πυκνότητα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ώσμωση», σ. 934. https://navalhistory.gr/lexiko/ωσμωση/