διάπηγας
ο, ουσ.
(ναυπ.) συμπαγές κυλινδρικό μεταλλικό τεμάχιο που τοποθετείται με συγκόλληση ή σφυρηλάτηση στο μέσο του κρίκου της αλυσίδας για να αποτρέπει τη συστροφή της και να ενισχύει την αντοχή του δεσμού.
Ετυμολογία
< δια + (μ)πήγω < αρχ. ἐμπήγνυμι [= στερεώνω, καρφώνω, χώνω σε κάτι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάπηγας», σ. 214. https://navalhistory.gr/lexiko/διαπηγασ/