navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μεσόδμη

μεσόδμη

η, ουσ. [πληθ. μεσόδμες]

  1. (αρχιτ.) μεγάλη δοκός η οποία περνάει οριζόντια από τοίχο σε τοίχο και στηρίζει τη στέγη, το μεσοδόκι
  2. (ναυπ.) δοκός που τέμνει εγκάρσια, από τη μια ως την άλλη πλευρά το πλοίο, στηρίζοντας το κατάστρωμα, πάνω από το εσωτρόπιο, συνών. μπικεριά μετζοκάμαρο, μεσόζυγο, διαδοκίδα.

Ετυμολογία

< αρχ. μεσόδμη < μέσος + δέμω, δωρ. τ. μεσόδμα και αττ. τ. μεσόμνη.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μεσόδμη», σ. 515. https://navalhistory.gr/lexiko/μεσοδμη/