άφλαστο
το, ουσ.
(ναυπ.) α) το επάνω άκρο της πρύμνης των καραβιών στην αρχαιότητα, το οποίο κατασκεύαζαν με λεπτές καμπυλωτές σανίδες και το στόλιζαν με ξυλόγλυπτα διακοσμητικά στοιχεία για να προστατεύουν τον τιμονιέρη από τις καιρικές συνθήκες, β) [πληθ.] τα άφλαστα, είχαν συμβολική αξία, φανέρωναν τη νίκη σε κάποια ναυμαχία ή την επιστροφή από μακροχρόνια ταξίδια, τα αντίστοιχα στολίδια της πλώρης λέγονται κόρυμβα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄφλαστον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άφλαστο», σ. 137. https://navalhistory.gr/lexiko/αφλαστο/