navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γαΐτα

γαΐτα

η, ουσ.

γαΐτα, εικόνα από το έντυπο

(ναυπ.) μικρό, στενόμακρο και ρηχό, ξύλινο ιστιοφόρο σκάφος, στις μέρες μας και πετρελαιοκίνητο, το συναντάμε σε κλειστούς και υπήνεμους κόλπους, όπως στη Λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, στον Αργοσαρωνικό, στον Λακωνικό κόλπο, κατάλληλο για ψάρεμα με καθετή, ρίξιμο παραγαδιών και διχτυών, συνών. κουρίτα [< τουρκ. λ.], πριάρι [το μικρό], πλάβα [τύπος πλατυπύθμενης βάρκας, δηλ. ποταμόβαρκα].

Ετυμολογία

< ίσως από το ιταλ. τοπωνύμιο Gaeta [αρχ. παραλιακή πόλη του Λατίου].

Επιρρήματα

γαϊτοπούλα [υποκ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γαΐτα», σ. 173. https://navalhistory.gr/lexiko/γαιτα/