οχηματαγωγό
το, ουσ.
(ναυπ.) πλοίο κατάλληλα κατασκευασμένο και διαρρυθμισμένο, για να μεταφέρει διάφορους τύπους οχημάτων: α) αυτοκίνητα, β) επιβάτες + αυτοκίνητα, φέρι μποτ [αγγλ. ferry boat] πορθμείο, φέρι, γ) (στρατ.) επίσης στρατιωτικά μεταφορικά μέσα, ελαφριά και βαριά, όπως τζιπ, άρματα κ.λπ. καθώς και πυροβόλα όπλα, κατασκευαστικά μέσα, εξοπλιστικά είδη κ.λπ. για τις ανάγκες του διαφόρων σωμάτων, αρματαγωγό [δες λ.].
Ετυμολογία
< όχημα + -αγωγόν.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οχηματαγωγό», σ. 619. https://navalhistory.gr/lexiko/οχηματαγωγο/