σιμότητα
η, ουσ.
- (ανατ.) το πλακουτσωτό σχήμα της μύτης
- (ναυπ.) α) μικρή κυρτότητα του καταστρώματος, β) (φρ.) «καμπύλη σιμότητας», συνών. λουνάδα ή βιάρισμα ή καραβίζι, «πρωραία σιμότητα», «πρυμναία σιμότητα».
Ετυμολογία
< αρχ. σιμότης < σιμός, -ή, -όν [= αυτός που έχει σιμή, δηλ. φαρδιά, πλακουτσωτή μύτη].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σιμότητα», σ. 760. https://navalhistory.gr/lexiko/σιμοτητα/