(ν)τουφέκι
το, ουσ. [γεν. ντουφεκ-ιού, -ιών]
- (στρατ.) φορητό πυροβόλο όπλο με μακριά κάννη που χρησιμοποιείται από τους οπλίτες του πεζικού σώματος, κυρίως, αλλά και από τους κυνηγούς
- (ναυπ.) [πληθ.] δύο ισχυρά ξύλινα δοκάρια, σε πλώρη και πρύμνη, που πιάνουν με εγκοπές πάνω στα βαθυκά [δες λ.] ενός ξύλινου σκάφους.
Ετυμολογία
< όψιμο μσν. τουφέκιν < τουρκ. tüfek [= είδος ατομικού πυροβόλου όπλου].
Παράγωγα
(ν)τουφεκιά, (ν)τουφεξής, (ν)τουφεκίδι, (ν)τουφεκίζω, (ν)τουφεκισμός, (ν)τουφεκώ, (ν)τουφέκισμα. με ντουφέκια.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «(ν)τουφέκι», σ. 586. https://navalhistory.gr/lexiko/ντουφεκι/