navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δίζυγο

δίζυγο

το, ουσ.

  1. (αθλητ.) όργανο γυμναστικής που αποτελείται από δύο ξύλινους οριζόντιους δοκούς που στηρίζονται σε τέσσερις μεταλλικούς ορθοστάτες
  2. (ναυπ.) λούκι γύρω από το κατάστρωμα, για να φεύγουν τα νερά, κουρζέτο, (φρ.) «δίζυγα εδάφους / ξύλινα / τοίχου / βάδισης».

Ετυμολογία

< δι(ς) [= δύο] + ζυγό(ς).

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίζυγο», σ. 222. https://navalhistory.gr/lexiko/διζυγο/