δίζυγο
το, ουσ.
- (αθλητ.) όργανο γυμναστικής που αποτελείται από δύο ξύλινους οριζόντιους δοκούς που στηρίζονται σε τέσσερις μεταλλικούς ορθοστάτες
- (ναυπ.) λούκι γύρω από το κατάστρωμα, για να φεύγουν τα νερά, κουρζέτο, (φρ.) «δίζυγα εδάφους / ξύλινα / τοίχου / βάδισης».
Ετυμολογία
< δι(ς) [= δύο] + ζυγό(ς).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίζυγο», σ. 222. https://navalhistory.gr/lexiko/διζυγο/