μόνιτορ
το, άκλ. ουσ.
- (τεχνολ.) α) όργανο ελέγχου μηχανημάτων, β) ανιχνευτής δηλητηριωδών ή ραδιενεργών αερίων, γ) η οθόνη του υπολογιστή
- (ναυπ.) τύπος μαούνας για αβαθή νερά.
Ετυμολογία
< αγγλ. monitor < λατιν. monitor [= σωφρονιστής, επιστάτης] < moneo [= συμβουλεύω, υπενθυμίζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μόνιτορ», σ. 532. https://navalhistory.gr/lexiko/μονιτορ/