σώψωμο
το, ουσ.
(ναυπ.) καμπύλο ενισχυτικό κομμάτι ξύλου, πάνω από το πλωριό ποδόσταμα, που ενισχύει το ρόλο του σωτροπιού [δες λ.].
Ετυμολογία
< (έ)σω [επίρρ. δηλ. εσωτερικά] + ψωμο < ψωμί. Τ
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σώψωμο», σσ. 816-817. https://navalhistory.gr/lexiko/σωψωμο/