navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άγκλιμα

άγκλιμα

το, ουσ.

  1. (ναυπ.) κρεβάτι πλοίου, συνών. κουκέτα, [αρχ.] ἀνάκλιμα
  2. κάθισμα σε τραίνο, που μετατρέπεται σε κρεβάτι
  3. (ναυπ.) το κάθισμα του τριηράρχου, το οποίο βρισκόταν στο άκρο της πρύμνης.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄγκλιμα < ἀγκλίνω (ποιητικός τύπος αντί ἀνα-κλίνω).

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άγκλιμα», σ. 37. https://navalhistory.gr/lexiko/αγκλιμα/