ιέραξ
ο, ουσ. [καθαρ.]
(ναυπ.) ο μοχλός με τον οποίο περιστρέφεται το πηδάλιο, συνών. δοιάκι, λαγουδέρα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἱέραξ [= το γεράκι].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιέραξ», σ. 365. https://navalhistory.gr/lexiko/ιεραξ/