ελικοπτεροφόρος
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που μεταφέρει ελικόπτερα
- (ναυπ.) [το ουδ. ως ουσ.] το ελικοπτεροφόρο, α) πολεμικό πλοίο κατάλληλο για τη μεταφορά ελικοπτέρων, β) (γενικότ.) κάθε πλοίο που μπορεί να υποδέχεται ελικόπτερο ή άλλο τύπο αεροσκάφους κάθετης απογείωσης.
Ετυμολογία
< ελικό [< έλικας < αρχ. ἕλιξ] + πτερ(ο) + -φόρος < φέρω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ελικοπτεροφόρος», σ. 261. https://navalhistory.gr/lexiko/ελικοπτεροφοροσ/