λεύκα
η, ουσ.
- (φυτολ.) ή λεύκη ή αιγείρα, φυλλοβόλο δένδρο που αναπτύσσεται κυρίως σε εδάφη με μεγάλη υγρασία
- (ναυπ.) παλαιότερος τύπος [έως τις αρχές του 19ου αι.] δικάταρτου ιστιοφόρου, χωρητικότητας έως 100 τόνων περίπου, παραλλαγή της σακολέβας.
Ετυμολογία
< αρχ. λεύκ(η) -α.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λεύκα», σ. 481. https://navalhistory.gr/lexiko/λευκα/