τορπιλοθέτιδα
η, και [καθαρ.] τορπιλλοθέτις, γεν. -ιδος, ουσ.
(ναυπ.) η ναρκοθέτιδα [δες λ.], πολεμικό πλοίο που ποντίζει τις νάρκες ή εκτελεί βοηθητικές δράσεις ως αντιτορπιλικό.
Ετυμολογία
< τορπίλ(λ)η + -θέτιδα, θηλ. του -θέτης < τίθημι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τορπιλοθέτιδα», σ. 837. https://navalhistory.gr/lexiko/τορπιλοθετιδα/