περιστάσιο
το, ουσ.
(ναυπ.) το επάνω μέρος των πλευρών του πλοίου, η κουπαστή που προφύλασσε τους επιβάτες.
Ετυμολογία
< περι- + -στάσιο(ν) < ἵστημι [= στήνω, ορθώνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «περιστάσιο», σ. 655. https://navalhistory.gr/lexiko/περιστασιο/