οξύπρυμνο
το, ουσ.
(ναυπ.) σκάφος του οποίου η πρύμνη κατασκευαστικά είναι ιδιαίτερα μυτερή και στενή, ενώ το πηδάλιό του κρέμεται στο πίσω μέρος του πρυμναίου ποδοστάματος, ίσιο αλλά και ελάχιστα κυρτωμένο.
Ετυμολογία
< οξύ + πρύμνη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οξύπρυμνο», σ. 606. https://navalhistory.gr/lexiko/οξυπρυμνο/