navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκορπιός

σκορπιός

ο, ουσ.

σκορπιός, εικόνα από το έντυπο
  1. (εντομ.) αραχνοειδές αρθρόποδο που στην ουρά του καταλήγει σε δηλητηριώδες κεντρί
  2. (μτφ.) άνθρωπος με επικίνδυνη συμπεριφορά
  3. (ιχθυολ.) ψάρι που στη ράχη του φέρει δηλητηριώδες αγκάθι, γνωστό και ως σκόρπαινα [δες λ.] και σκορπίνα
  4. (ναυπ.) ανθεκτικό δοκάρι, ξύλινο ή μεταλλικό, που αποτελεί τμήμα του σκελετού των πλοίων και το οποίο συγκρατεί τις πλάκες της πλώρης [και ακράπι] ή της πρύμνης, «μπρατσόλι της πρύμνης», συνών. *σκορπίος [δες ετυμ.]
  5. [ως κύριο όν.:] (αστρον.) Σκορπιός, α) αστερισμός του νότιου ημισφαιρίου, β) (αστρολ.) όγδοο κατά σειρά ζώδιο του ζωδιακού κύκλου, γ) (γεωγρ.) [ως κύρ. όν.:] Σκορπιός, μικρό νησί του Ιονίου, πλησίον της Λευκάδας, το 1963 αγοράσθηκε από τον εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση, σήμερα ιδιοκτησία του Ρώσου μεγιστάνα Ντιμίτρι Ριμπολόβλεφ.

Ετυμολογία

< αρχ. *σκορπίος [= 1. σκορπιός, 2. πολεμική μηχανή που εκτόξευε βέλη].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκορπιός», σ. 769. https://navalhistory.gr/lexiko/σκορπιοσ/