σκορπιός
ο, ουσ.

- (εντομ.) αραχνοειδές αρθρόποδο που στην ουρά του καταλήγει σε δηλητηριώδες κεντρί
- (μτφ.) άνθρωπος με επικίνδυνη συμπεριφορά
- (ιχθυολ.) ψάρι που στη ράχη του φέρει δηλητηριώδες αγκάθι, γνωστό και ως σκόρπαινα [δες λ.] και σκορπίνα
- (ναυπ.) ανθεκτικό δοκάρι, ξύλινο ή μεταλλικό, που αποτελεί τμήμα του σκελετού των πλοίων και το οποίο συγκρατεί τις πλάκες της πλώρης [και ακράπι] ή της πρύμνης, «μπρατσόλι της πρύμνης», συνών. *σκορπίος [δες ετυμ.]
- [ως κύριο όν.:] (αστρον.) Σκορπιός, α) αστερισμός του νότιου ημισφαιρίου, β) (αστρολ.) όγδοο κατά σειρά ζώδιο του ζωδιακού κύκλου, γ) (γεωγρ.) [ως κύρ. όν.:] Σκορπιός, μικρό νησί του Ιονίου, πλησίον της Λευκάδας, το 1963 αγοράσθηκε από τον εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση, σήμερα ιδιοκτησία του Ρώσου μεγιστάνα Ντιμίτρι Ριμπολόβλεφ.
Ετυμολογία
< αρχ. *σκορπίος [= 1. σκορπιός, 2. πολεμική μηχανή που εκτόξευε βέλη].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκορπιός», σ. 769. https://navalhistory.gr/lexiko/σκορπιοσ/