τσιμεντόπλοιο
το, ουσ.

(ναυπ.) πλοίο κατασκευασμένο από σίδηρο, περιορισμένης έκτασης, και τσιμέντο.
Ετυμολογία
< τσιμέντο + πλοίο. Τα πλεονεκτήματα που προέκυπταν σε αυτές τις κατασκευές ήταν το πολύ χαμηλό κόστος και ο μικρός χρόνος που απαιτείτο για να ολοκληρωθούν ενώ βασικά μειονεκτήματα τα υψηλά εργατικά έξοδα και το ακόμα υψηλότερο λειτουργικό κόστος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσιμεντόπλοιο», σ. 853. https://navalhistory.gr/lexiko/τσιμεντοπλοιο/