τζινέτι
το, ουσ.

- (αρχιτ.) διχάγγιστρο, χαλύβδινη λάμα, της οποίας τα άκρα έχουν καμφθεί σε σχήμα Γ για να μπήγονται σε ξύλα με τη βοήθεια σφύρας, με σκοπό το δέσιμο της τοιχοποιίας
- (ναυπ.) ειδικά σιδερένια συνδετικά στοιχεία, με αιχμηρές άκρες, κατάλληλα για τη στερέωση - σταθεροποίηση της σκαλωσιάς [γαϊδάρα] στον ταρσανά.
Ετυμολογία
< ίσως από την ιταλ. ginneto [= μικρόσωμο ισπανικό άλογο κούρσας].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τζινέτι», σ. 828. https://navalhistory.gr/lexiko/τζινετι/