παράτοιχο
το, ουσ.
(ναυπ.) τοίχωμα γύρω από στόμιο κύτους ή άλλης καθόδου επί του καταστρώματος, για αποφυγή εισροής υδάτων.
Ετυμολογία
< παρά + τοίχος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παράτοιχο», σ. 637. https://navalhistory.gr/lexiko/παρατοιχο/