ραζάδο
Και: ρεζάδο
το, ουσ.
(ναυπ.) [επί τουρκοκρατίας] τύπος πολεμικού πλοίου που έφερε πυροβόλα όπλα μόνο στο χώρο των πυροβολείων και όχι στο κατάστρωμα, συνών. ράζο ντελίνι ή ράζο βατσέλο.
Ετυμολογία
< γαλλ. vaisseaux rases < vaisseaux [= πολεμικό πλοίο] + raser [= ξυρίζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ραζάδο και ρεζάδο», σ. 725. https://navalhistory.gr/lexiko/ραζαδο-και-ρεζαδο/