Λεξικό της Θάλασσας › Προέλευση λέξεων › Βενετικά
Βενετικά
172 λέξεις
172 λέξεις που ήρθαν κατευθείαν από τα βενετικά, σύμφωνα με την ετυμολογία του λεξικού.
- αβέρτος
- αγάντα
- αγκούσα και αγγούσα
- άλα
- άλμπο(υ)ρο και άρμπο(υ)ρο
- αρμάδα
- άρμπο(υ)ρο και άλμπουρο
- αρόδο
- ασουράντζα
- βάζι
- βακέτα
- βάρδα
- βαρδακόστα
- βαρδαλάντζα
- βαρδαμάνα
- βαρδαμάς
- βαρδάρω
- βαρδατέντα
- βαρδα(τ)ζέντα
- βαρδαφόγος
- βάρδια
- βαρδιάνος
- βαρκάδα
- βαρκαρόλα
- γαλέτα
- γαλ(λ)ιότα και γαλεότα και γαλιόττα
- γαλό(τ)σα και γαλότζα
- γαμπάς
- γάντζος
- γαρλίνο ή καρλίνο
- γατζάο και γαντζάο
- γκιαβέτα
- γολέτα ή γουλέττα
- γολετόβρικο ή γολετόμπρικο και βρικογόλετο, και μπρικογόλετο
- γούμενα
- γραιγάλι και γρεγάλι
- γραιγολεβάντες και γρεγολεβάντες
- γραντί
- γραντολογώ
- δαμιτζάνα
- δόγα και δούγα και ντόγα και ντούγια
- ίσα
- καβαλέτο
- καβοσύρτης και καβοσούλτος
- καλάδα
- καλάρω
- καμινάδα
- καπάρο
- καπετάνια
- καπετάν(ι)ος και καπιτάνιος
- καπονέρα
- κάπος
- καράβολας
- καργαδούρος
- καργάρω
- καργέλι και καργέρι
- καρέκλα
- καρτίνι
- κατσαβίδι
- κατσάδα
- κιορμπαστούνι
- κομό
- κόντρα μπαστούνι και κοντραμπαστούνι
- κοντραπαπαφίγκος
- κοντρασκότα
- κοντρασταλία
- κορνέλλα
- κορνίζα
- κοστάδος
- κουβέρτα
- κο(υ)ρζέτο ή κρο(υ)ζέτο
- κουρτελάτσα
- κούτσα
- κρουζέτο και κουρζέτο
- λαζαρέτο
- λαμαρίνα
- λασκάδα
- λιγαδούρα και ληγαδούρα
- λιγάρω
- λουνάδα
- μάινα
- μαϊνάρω
- μαϊστράλι
- μαΐστρος
- μανούβρα
- μανταφούνι και μαραφούντι
- μαντιζέλο
- μάντος
- μαραφούντι
- ματζαρόλι
- μένουλα ή μέλουνα
- μερλίνο
- μούδα
- μουδάρω
- μουράγιο
- μουργανάλι και μπουργανάλι
- μουρέλο
- μπαγ(κ)άζια
- μπακαλιάρος
- μπαλαδούρος
- μπαλάντζα και παλά(ν)τζα και μπαλάντσα
- μπαρμπούνι
- (μ)παρούμα
- (μ)παστέκα
- (μ)πόμπα
- μπομπόλι
- μπόρα
- μπότζα και πόντζα
- μποτζάρω και ποντζάρω
- μπουγέλο
- μπούκα
- μπουράσκα
- μπουρίνι
- μπουρλότο
- μπράτσο
- ντουζίνα
- ντούκι
- παβέντζο και παβέντσο
- πάγα
- παγάδα
- παντερόλι
- παπαλίνα
- παπαφίγ(κ)ος
- πασαδούρος
- πέντοδος
- περγαντί
- πεσκάδα
- πινέλο
- πισίνα
- πλανίζω και πλανιάρω και πλανάρω
- πόμολο
- πόμπα
- πόντος2
- πρατιγάρω
- πράτιγο
- προβέντζα και πρεβέντζα
- ρέγκα και ρέγγα
- ρεγκάτα
- ρεμούρκιο και ρεμούλκιο
- ρεσάλτο
- ρόδα
- ροδέλα
- ροσμαρί
- ρουμπί
- σακολέβα και σακολέφα και σαγολαίφα
- σαλαμούρα
- Σαντορίνη
- σιγουράρω
- σκαντάγιο και σκαντάλιο
- σκα(ν)τζάρω
- σμπίρος
- σούστα
- σπαλέτα
- σπάτουλα
- Σπέτσες
- σπιράγιο
- στόκος
- τάκος και ντάκος
- τράτα
- τρέσα*2
- Τσιριγότο
- τσούντα και τζούντα
- τσουντάρω και τζουντάρω
- τσούρμο
- φανέλ(λ)α
- φατσάρω
- φελαδούρι και φιλαδούρι
- φιάμολα και φιάμπουλα
- φόδρα
- φούντο
- φρεγάδιο ή φρεγκάτο ή φεργαδόνι ή φρεγαδόνι
- χαρτόνι