βάρδα
επιφών.
- παραμέρισε
- φυλάξου, πρόσεχε.
Ετυμολογία
< βενετ. barda, προστακτ. του ρ. vardar [= προσέχω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βάρδα», σ. 147. https://navalhistory.gr/lexiko/βαρδα/