μαϊνάρω
ρ.
[μετβ]
- κατεβάζω ή ρίχνω κάποιο αντικείμενο, όπως: πανί, σχοινί, άγκυρα κ.λπ., υποστέλλω, αντών. τεντώνω, βιράρω, καργάρω, τανύζω
- χαλαρώνω, αφήνω κάτι ελεύθερο, ξεσφίγγω
- [αμετβ.] γαληνεύω, συνών. κοπάζω, ηρεμώ, μπο(υ)νατσάρω, καθησυχάζω.
Ετυμολογία
< βενετ. mainar [= χαλαρώνω, κατεβάζω τα πανιά].
Παράγωγα
μαϊνάρισμα [= κατέβασμα].
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαϊνάρω», σσ. 496-497. https://navalhistory.gr/lexiko/μαιναρω/