navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μαϊνάρω

μαϊνάρω

ρ.

[μετβ]

  1. κατεβάζω ή ρίχνω κάποιο αντικείμενο, όπως: πανί, σχοινί, άγκυρα κ.λπ., υποστέλλω, αντών. τεντώνω, βιράρω, καργάρω, τανύζω
  2. χαλαρώνω, αφήνω κάτι ελεύθερο, ξεσφίγγω
  3. [αμετβ.] γαληνεύω, συνών. κοπάζω, ηρεμώ, μπο(υ)νατσάρω, καθησυχάζω.

Ετυμολογία

< βενετ. mainar [= χαλαρώνω, κατεβάζω τα πανιά].

Παράγωγα

μαϊνάρισμα [= κατέβασμα].

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαϊνάρω», σσ. 496-497. https://navalhistory.gr/lexiko/μαιναρω/