navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › στόκος

στόκος

ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. (αρχιτ.) μείγμα από γύψο, μάρμαρο και λινέλαιο, κατάλληλο για το γέμισμα μικρών ρωγμών, οπών, αρμών, ανώμαλων επιφανειών διαφόρων υλικών, συνών. γυψομάρμαρο
  2. (μτφ.) ο ανόητος άνθρωπος, συνών. βλάκας, μωρός
  3. (φρ.) «στόκος ακρυλικός / ξύλου / σπατουλαρίσματος / ελαφροβαρής / ελαστικός / σιλικονούχος / πολυεστερικός / σιδήρου / εποξειδικός / εποξικός / συνθετικός / αδιάβροχος / χονδρόκοκκος».

Ετυμολογία

< βενετ. stuco < παλαιοϊταλική stucco.

Παράγωγα

στοκάρω > στοκάρισμα.

Σύνθετα

αρμόστοκος, αφρόστοκος, ελαφρόστοκος, σιδηρόστοκος, τσιμεντόστοκος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στόκος», σ. 788. https://navalhistory.gr/lexiko/στοκοσ/