στόκος
ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- (αρχιτ.) μείγμα από γύψο, μάρμαρο και λινέλαιο, κατάλληλο για το γέμισμα μικρών ρωγμών, οπών, αρμών, ανώμαλων επιφανειών διαφόρων υλικών, συνών. γυψομάρμαρο
- (μτφ.) ο ανόητος άνθρωπος, συνών. βλάκας, μωρός
- (φρ.) «στόκος ακρυλικός / ξύλου / σπατουλαρίσματος / ελαφροβαρής / ελαστικός / σιλικονούχος / πολυεστερικός / σιδήρου / εποξειδικός / εποξικός / συνθετικός / αδιάβροχος / χονδρόκοκκος».
Ετυμολογία
< βενετ. stuco < παλαιοϊταλική stucco.
Παράγωγα
στοκάρω > στοκάρισμα.
Σύνθετα
αρμόστοκος, αφρόστοκος, ελαφρόστοκος, σιδηρόστοκος, τσιμεντόστοκος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στόκος», σ. 788. https://navalhistory.gr/lexiko/στοκοσ/