navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ροδέλα

ροδέλα

η, ουσ.

ροδέλα, εικόνα από το έντυπο

(τεχνολ.) δακτύλιος από δέρμα, καουτσούκ, μέταλλο, αμίαντο, κλπ. που χρησιμεύει στο σφίξιμο καλύτερα μιας βίδας, (φρ.) «ροδέλα γαλβανιζέ / γκρόβερ / στεγανοποίησης / ανοξείδωτη / αλουμινίου / ασφαλείας / λαστιχένια / κοπής / φρεζάτη / σιλικόνης / αστεροειδής / σύσφιξης κ.ά».

Ετυμολογία

μσν. ροδέλα < βενετ. rodela, υποκ. του roda, ή

ή < ιταλ. rondella < λατιν. rotella, υποκ. < rota [= τροχός, κύκλος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ροδέλα», σ. 733. https://navalhistory.gr/lexiko/ροδελα/