μπαλαδούρος
ο, ουσ.
[όρος παρωχημένος] ο συσκευαστής εμπορευματικών δεμάτων.
Ετυμολογία
< βενετ. imbalador.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπαλαδούρος», σ. 540. https://navalhistory.gr/lexiko/μπαλαδουροσ/